You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Το ζήτημα της σχέσης της ψυχανάλυσης με την ψυχοθεραπεία είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται. Με κάποια έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι εμφανίζεται ήδη στα γραπτά του Φρόυντ όταν ασχολείται με την διάκριση μεταξύ της καθαυτού ανάλυσης και των μορφών της θεραπείας οι οποίες θα βασίζονται σ’ αυτήν και οι οποίες θα μπορούσαν κάποια μέρα να προσφερθούν στις μάζες (Freud, 1919). Η αναφορά σ’ αυτό το θέμα γίνεται περισσότερο σαφής κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, όταν γίνεται πραγματικότητα η προφητεία του Φρόυντ ότι θα πολλαπλασιαστούν οι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας και ότι θα είναι ευρέως διαθέσιμες. Από την μια μεριά η ψυχανάλυση αρχίζει τότε να νοιάζεται για την διαφοροποίηση της από αυτά που εθεωρούντο νερωμένες και εκλαϊκευμένες εκδοχές της ψυχανάλυσης (δες King και Steiner, 1991, σελ. 85-90). Από την άλλη, υπήρχαν αυτοί που υποστήριζαν ότι οι βασικές ομοιότητες στην τεχνική και την θεωρία της ανάλυσης και των άλλων μορφών θεραπείας, δεν επέτρεπαν έναν αυστηρό διαχωρισμό και ότι αυτό ίσχυε ακόμη και για θεραπείες που είχαν μεγάλες διαφορές στον τρόπο που έβλεπαν το πλαίσιο (Alexander και French, 1946). Αυτό που ακολούθησε στον Αγγλοσαξονικό κόσμο (ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) ήταν μια συντονισμένη προσπάθεια να μελετηθεί η σχέση μεταξύ της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας και να προσδιοριστούν οι διαφορές όσον αφορά την μέθοδο, τους στόχους και τα δομικά χαρακτηριστικά των θεραπειών. Το 1954 δημοσιεύτηκαν σε ένα τεύχος του Journal of the American Psychoanalytic Association πολλά από τα καλλίτερα άρθρα επάνω στο θέμα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Merton Gill, του Leo Stone και της Anna Freud. Αυτό βέβαια δεν είχε ως αποτέλεσμα κάποια σαφή λύση του ζητήματος και το ερώτημα της σχέσης μεταξύ της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας εξακολούθησε με την πάροδο των χρόνων να επανεμφανίζεται, πάντοτε συνοδευόμενο από τους λόγους για τους οποίους είχε έναν επείγοντα χαρακτήρα στην εκάστοτε επικαιρότητα. Το 1999, ο Otto Kernberg, στην εισαγωγή του άρθρου γύρω από το θ