You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Η προσπάθεια του F. Busch να διακρίνει την ψυχανάλυση από την ψυχοθεραπεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «οι στόχοι και η θεραπευτική έκβαση είναι αυτό που διαφοροποιεί τις δύο μορφές θεραπείας». Επισημαίνει ότι οι «μέθοδοι εργασίας διακρίνονται η μια από την άλλη με βάση αυτούς τους παράγοντες». Σύμφωνα με την άποψη του «η διαδικασία του γιγνώσκειν είναι εξίσου σημαντική με αυτό που γίνεται γνωστό». Μου είναι εύκολο να συμφωνήσω ότι σε σχετικά επιτυχημένες ψυχαναλυτικές θεραπείες αυτό που μπορεί να επιτευχθεί είναι ένας τρόπος γιγνώσκειν και όχι απλώς να γίνει κάτι γνωστό. Το εάν οι παράμετροι της ψυχοθεραπείας δεν θα επιτρέψουν στον ψυχοθεραπευτικό ασθενή να φτάσει αυτόν τον στόχο θα εξαρτηθεί από το θεραπευτικό σχήμα που θα εγκατασταθεί. Όσο βραχύτερη είναι η θεραπεία, τόσο πιο απίθανο να αναπτυχθεί αυτή η ικανότητα. Η ενδιαφέρουσα σύγκριση βρίσκεται στην σύγκριση των μακρόχρονων ψυχαναλυτικών θεραπειών με μικρή και μεγάλη συχνότητα όπως αυτή που μελετήθηκε στο German catamnestic project (Leuzinger-Bohleber et al., 2003). Διαπίστωσαν ότι στους μεγάλης συχνότητας ασθενείς, η ικανότητα για αναστοχασμό και εσωτερίκευση της λειτουργίας του αναλυτή ήταν μεγαλύτερη, η επίγνωση σε σχέση με τι είχε αλλάξει περισσότερο διαφοροποιημένη, και η ανάπτυξη δυνητικών διεξόδων περισσότερο δημιουργική, σε σχέση με τους ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίζονταν με μακροχρόνια θεραπεία μικρής όμως συχνότητας. Καθώς αυτές οι θεραπείες γίνονταν από καλά εκπαιδευμένους αναλυτές, θα μπορούσαμε να βγάλουμε το συμπέρασμα από αυτήν την μελέτη, ότι οι μακροχρόνιες θεραπείες (και στις δύο ομάδες κατά μέσο όρο 4 χρόνια θεραπείας) πετυχαίνουν παρόμοια έκβαση σε σχέση με τα συμπτώματα, αλλά ότι η εντατικότερη εκδοχή παρέχει περισσότερες δυνατότητες σε σχέση με την ανάπτυξη της αυτό-αναλυτικής λειτουργίας.
Αυτά τα ευρήματα της γερμανικής μελέτης αντιστοιχούν μόνο εν μέρει στα ευρήματα της μελέτης της Στοκχόλμης του Falkeström και των συναδέλφων του (2007) την οποία παραθέτει ο Busch. Αυτοί μελέτησαν προσεκ