You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Είναι φανερό ότι το επίδικο αντικείμενο της συζήτησης εξακολουθεί να είναι τα κριτήρια που μας βοηθούν να εδραιώσουμε δεσμούς και διαφορές μεταξύ της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας.
Από την δική του μεριά, ο Kächele τονίζει το γεγονός ότι αυτό είναι απόρροια της αμφισημίας ή οποία χαρακτήριζε τον τρόπο που είχε προσεγγίσει το ερώτημα ο Φρόυντ. Για τον Busch το ζήτημα είναι το ίδιο ακριβώς σημαντικό για την σύγχρονη ψυχανάλυση όσο ήταν και κατά το παρελθόν – και υποστηρίζει ότι θα είναι ακόμη κεντρικότερο στο μέλλον. Και οι δύο υποστηρίζουν – και συμφωνώ απολύτως μαζί τους – ότι η προσέγγιση μας σ’ αυτό το ερώτημα θα πρέπει να γίνεται με όρους διαστάσεων και όχι κατηγοριών. Αντί να προσπαθούμε να εξατομικεύουμε μεθόδους και μορφές θεραπείας (κυμαινόμενες από την ψυχανάλυση stricto sensu μέχρι τις υποστηρικτικές ψυχοθεραπείες), θα ήταν καλλίτερο να πούμε ότι κάθε ιδιαίτερη περίπτωση τοποθετείται κάπου μεταξύ της ‘ψυχαναλυτικής’ διάστασης και του ‘ψυχοθεραπευτικού’ της αντίστοιχου, ανάλογα με τους επιδιωκόμενους στόχους – από την ανακάλυψη των ασυνείδητων σχηματισμών μέχρι την αίρεση των συμπτωμάτων. Θα υποστήριζα ότι το θεμελιακό διακύβευμα εν προκειμένω είναι το πώς ορίζουμε και κατανοούμε τις διαδικασίες που μας δίνουν την δυνατότητα να χαρακτηρίζουμε τις μεταβλητές που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Ο Kächele συνηγορεί για μια προσέγγιση η οποία είναι επάνω απ’ όλα εμπειρική. Μιλάει για ποσοτικά κριτήρια – αν και κατά την γνώμη μου δεν τα ορίζει με επαρκή σαφήνεια. Σημαίνει αυτό άραγε ότι αυτά τα κριτήρια είναι πολύ σύνθετα και ότι, γι’ αυτό το λόγο, θα πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που θεωρεί κάθε ψυχαναλυτής ότι είναι κατάλληλο για κάθε συγκεκριμένο ασθενή; Ο Kächele σύρει μια παράλληλο μεταξύ της εμπειρικής ευκαμψίας – η οποία είναι πράγματι βασική – και του πλουραλισμού της θεωρίας και της πρακτικής, ο οποίος είναι τόσο πολύ γνώρισμα της σύγχρονης ψυχανάλυσης. Αυτή η προσέγγιση, εν τούτοις, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στην ιδέα ότι, όταν όλα έχουν