You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Η Sabina, μια τριανταεξάχρονη γυναίκα, η οποία εργάζεται ως υπάλληλος σε μια μεγάλη εταιρεία, φθάνει αργοπορημένη· αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Ξαπλώνει και αρχίζει με το συνηθισμένο της τρόπο: «Δεν έχω τίποτα να πω, τίποτα δεν μου έρχεται στο μυαλό, νιώθω άδεια». Στη συνέχεια, μένει σιωπηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα, κι εγώ επίσης νιώθω άδειος και δεν ξέρω τι να πω. Είναι ως εάν, μετά από μια επίπονη αναζήτηση για κάτι που να δύναται να λειτουργήσει ως μια λιβιδινική επένδυση ή ως μία απαρχή νοήματος, να ρέπω ακόμη κι εγώ προς την αποεπένδυση της αναλυτικής διαδικασίας. Παρατηρώ εντός μου ότι παλεύω για να παραμείνω ξύπνιος, για να αποφύγω να θυμώσω και για να μην αποστασιοποιηθώ. Ενώ βιώνω ένα συνονθύλευμα από υπνηλία, αδυναμία και απουσία, η μητέρα της ασθενούς μου έρχεται στο μυαλό. Μια μητέρα η οποία συνήθιζε να απαιτεί από τις κόρες της να μην την ενοχλούν. Κι αυτό, γιατί επιθυμούσε να είναι μόνη με τα βιβλία της, λησμονώντας ακόμα και το καθημερινό τους φαγητό. Μια μητέρα, με μια λέξη, θεμελιωδώς απούσα ή, άλλες φορές, “παρούσα” αλλά καθήμενη μεταξύ αυτών ούσα σε σοβαρή κατάθλιψη. (Η ασθενής ανακαλεί συχνά ότι το τραπέζι στρωνόταν μόνο όταν ο πατέρας επέστρεφε κι ότι, κατά την απουσία του, το σπίτι ήταν σκοτεινό και τα μέλη της οικογένειας τα διαπερνούσαν αγωνίες θανάτου. Θυμάται επίσης, συχνά, το φόβο της μητέρας μήπως ο πατέρας δεν επιστρέψει ποτέ). Αυτοί ήταν οι δυο διαφορετικοί τρόποι που η μητέρα ήταν απούσα ή, αν προτιμάτε, οι δυο τρόποι που ήταν ανικανοποίητη. Ποιον να διαλέξει κανείς; Ποιος φαίνεται να είναι ο λιγότερο τραυματικός; Το απόν βλέμμα μιας μητέρας κρυμμένης πίσω από τα σχολικά βιβλία (η μητέρα ήταν δασκάλα), ή το βλέμμα μιας καταθλιπτικής μητέρας, η οποία, μέσα στην ακινησία της, υπόσχεται στην κόρη της μια επαφή η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι εφικτή; Ο αναλυτής