You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Για ν’ απαντηθούν τα ερωτήματα: «Γιατί δεν ξεκινούν περισσότεροι άνθρωποι ανάλυση και πώς να κάνουμε περισσότερους ανθρώπους να το επιχειρήσουν;», επικεντρωνόμαστε σε εκείνα τα άγχη του αναλυτή τα οποία γίνονται εμπόδια στην εναρκτήρια φάση της ανάλυσης. Το άρθρο εστιάζεται στο πώς να καταλάβουμε γιατί οι αναλυτές, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά των ασθενών, φαίνεται να προβάλλουν αντιστάσεις στην έναρξη αναλύσεων. Οι διερευνητικές συνεδρίες, όντας μια συνάντηση μεταξύ αγνώστων, ενεργοποιούν ισχυρές συναισθηματικές αντιδράσεις και στις δύο πλευρές. Ένας τρόπος για να αντεπεξέλθει κανείς είναι αμυντικά να διαγνώσει, να αξιολογήσει και να αποκλείσει, αντί να είναι παρών ως αναλυτής. Το αναλυτικό πλαίσιο των διερευνητικών συνεδριών είναι αμφίσημο και χρειάζεται μια ασφαλή αναλυτική λειτουργία, προκειμένου να συμπλεύσει με τον ανοιχτό χαρακτήρα και τη μη-προβλεψιμότητα αυτού του πλαισίου. Μια εύθραυστη ψυχαναλυτική ταυτότητα θεωρείται καίριος παράγων αποτυχίας των αναλυτών στη δημιουργία αναλυτικής πρακτικής. Χρειάζονται χρόνια για να αναπτυχθεί και να διατηρηθεί μια στιβαρή αναλυτική λειτουργία, και η αναλυτική εργασία συνεχίζει να προκαλεί ενοχλητικές συναισθηματικές αντιδράσεις στον αναλυτή. Η ευάλωτη ταυτότητα των αναλυτών συνδέεται επίσης με την ιστορία της ψυχανάλυσης, η οποία έθρεψε ένα ιδεώδες αναλυτικής πρακτικής που είναι παντοδύναμο και αδύνατο να επιτευχθεί. Δεν είναι επομένως παράξενο το γεγονός ότι οι προσπάθειες να επιτευχθεί μια πειστική σύσταση για ανάλυση μπορεί να εκτραπούν κατά τη διαδικασία των διερευνητικών συνεδριών. Η αντιμετώπιση αυτών των εσωτερικών προσκομμάτων, προκειμένου να ενδυναμωθεί η αναλυτική ταυτότητα, προτείνεται ως ένας καλύτερος τρόπος για να βρεθούν περισσότεροι αναλυτικοί ασθενείς από το να αναζητούμε τη λεγόμενη αναλυσιμότητα σε ασθενείς.