You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Οι άμυνες που προκαλούνται στον αναλυτή από τα άγχη που σχετίζονται με τις δύσκολες εργασίες της «αξιολόγησης» και της «επιλογής» για ψυχανάλυση μπορεί να οδηγήσουν σε μια τάση να σκεφτόμαστε με όρους «εμποδίων που πρέπει να απομακρυνθούν» από τους ενδεχόμενους ψυχαναλυτικούς ασθενείς, αντί για «άνοιγμα των πυλών». Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια μείωση της δυνατότητας του αναλυτή να συγκεντρώνει και να διατηρεί μια ψυχαναλυτική θέση. Μόνο μέσα σε ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο μπορεί να ξεδιπλωθεί μια ουσιαστική ψυχαναλυτική διαδικασία, σε όλα τα στάδια της πορείας του πιθανού ασθενούς από την πρώτη του επαφή, μέχρι το να ξεκινήσει, πιθανώς, μια ανάλυση. Η συγγραφέας υποστηρίζει αυτήν την ιδέα περιγράφοντας την εργασία στην Κλινική Ψυχανάλυσης του Λονδίνου όπου οι ψυχαναλυτικές διερευνητικές συνεδρίες επικεντρώθηκαν στην επεξεργασία του δυναμικού των ατόμων, προκειμένου να ξεκινήσει μια ψυχαναλυτική διαδικασία, κάτι που απέχει πολύ από τον στόχο της «επιλογής ενός κατάλληλου ασθενούς». Σε αυτό το άρθρο, η συγγραφέας επισημαίνει ότι, όταν η θεσμική κουλτούρα και πρακτική υποστηρίζει την ψυχαναλυτική ταυτότητα, είναι πιθανότερο να αναγνωρίσουμε και να εκφράσουμε τόσο τα άγχη που προκαλούνται από τη «συναισθηματική καταιγίδα», η οποία είναι αναπόφευκτη στις ψυχαναλυτικές διερευνητικές συνεδρίες, όσο και την έλξη προς μια άχρηστη εκδραμάτιση που μπορεί αλλιώς να συσκοτίσει την έναρξη μιας ψυχαναλυτικής διαδικασίας, η οποία πιθανόν να καταλήξει σε αναλυτική θεραπεία. Παρουσιάζεται ως παράδειγμα υλικό μιας περίπτωσης από την Κλινική.