You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου εξερευνά μια σειρά από διαφορετικές απόψεις για την έννοια του υπερεγώ, κυρίως σε σχέση με την διαμόρφωσή του και τις λειτουργίες του. Περιγράφονται δύο ευρύτερες θεωρίες για την ανάπτυξη του υπερεγώ, τις οποίες εισήγαγε και τις δύο ο Freud. Η πρώτη δίνει μια κυρίως οιδιποδειακή διάσταση στην προέλευση του υπερεγώ· η δεύτερη τοποθετεί χρονικά το υπερεγώ σε μια προγενέστερη περίοδο. Η αντιπαράθεση για την σημασία της έννοιας του ενστίκτου του θανάτου επίσης παρουσιάζεται μέσα από αυτές τις διαφορετικές απόψεις. Στην συνέχεια υπογραμμίζεται η αξία της διάκρισης μεταξύ ενός φυσιολογικού υπερεγώ και ενός παθολογικού υπερεγώ, καθώς και το ότι αυτά τα δύο διακριτά μοντέλα του υπερεγώ υπάρχουν και στον Freud και στην Klein. Στο φως αυτής της διάκρισης, παρουσιάζονται εν συντομία και οι θέσεις του Strachey (1934) για την φύση της μεταλλακτικής επίδρασης της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Υποστηρίζεται ότι ο Strachey είχε διστάσει να αποσαφηνίσει τις πλήρεις συνέπειες των απόψεών του, ειδικότερα τους λόγους για τους οποίους ένας ψυχαναλυτής δυσκολεύεται να κάνει ερμηνείες στην μεταβίβαση. Αυτή η δυσκολία, πιστεύουμε, έχει σχέση με το άγχος του αναλυτή αν έχει επαρκώς επεξεργαστεί την αντιμεταβίβαση, ειδικότερα τις λειτουργίες του υπερεγώ. Δύο σύντομες κλινικές βινιέτες υποστηρίζουν την παραπάνω θέση. Το τελευταίο μέρος αυτού του άρθρου σχολιάζει την συναισθηματική εξέλιξη του ψυχαναλυτή και τους τρόπους με τους οποίους η ωρίμασή του ως αναλυτή συνεπάγεται μια πιο μειλίχια στάση και μεγαλύτερη ανοχή του δικαιώματος της/του ασθενούς να φέρει στην θεραπεία το πλήρες εύρος της προσωπικότητάς της/του.