You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Η σύνοψη του μοντέλου της ψυχαναλυτικής διαδικασίας εκ μέρους της συγγραφέως είναι αξιοθαύμαστα σαφής και πειστική. Ωστόσο, συμφωνώ λιγότερο με τον τρόπο με τον οποίο το μοντέλο εφαρμόζεται στο συναρπαστικό κλινικό υλικό και την αλληλεπίδραση με τον αναλυτή που η συγγραφέας παρουσιάζει.
Η κλινική βινιέτα ξεκινά με την πρώτη συνεδρία της εβδομάδας στην οποία η ασθενής που είναι γυναίκα σε χαμηλή ακαδημαϊκή βαθμίδα, λέει ότι σκεφτόταν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς τη συνεδρία το χριστουγεννιάτικο πάρτι του πανεπιστημιακού της Τμήματος όπου αυτή ήταν εκτός. Δεν είχε θέση για ’κείνη στο τραπέζι όπου ήταν να καθίσει μαζί με ένα ζευγάρι. Ο άνδρας του ζευγαριού είχε βραβευτεί για το έργο του. Έπειτα άρχισε ένα συνήθη θρήνο - αυτός είχε τα πάντα, την άφηνε πίσω γιατί ήταν τόσο αποτυχημένη, μια σκέτη αποτυχία.
Η αναλύτρια είχε μια εντυπωσιακή απάντηση σε αυτό το υλικό - ένιωσε να παρασύρεται σε μια «έντονη ταύτιση» με την ασθενή, ανακαλώντας από το παρελθόν μια προσωπική εμπειρία απόρριψης. Στην πρώτη της παρέμβαση, η αναλύτρια προσπάθησε να εκφράσει την κατανόησή της για το βίωμα απόρριψης της ασθενούς, όταν θεωρούσε τον εαυτό της κατώτερο. Η ασθενής απάντησε ότι αυτό που είπε η αναλύτρια ήταν ακριβώς αυτό που σκεφτόταν: ήταν «σχεδόν σαν να έβαζες σε λόγια τις σκέψεις μου από μέσα από το μυαλό μου».
Η ασθενής συνέχισε να τονίζει ότι η αναλύτρια ήταν «σε τόσο καλό δρόμο», «το πέτυχε ακριβώς», «μια τέτοια στιγμή σύνδεσης». Επιθυμούσε να είναι τόσο έξυπνη όσο η αναλύτρια, δεν θα μπορούσε να μιλήσει ή να γράψει τόσο τέλεια και ποτέ δεν θα ήταν τόσο επιτυχημένη στην εργασία της όσο η αναλύτρια. Η αναλύτρια προσπάθησε να θέσει το ερώτημα για το πώς θα μπορούσε να καταλάβει τόσο καλά τα αισθήματα της απόρριψης του ασθενούς όταν εμφανιζόταν ως κάποια που είχε τα πάντα.