You do not currently have permission to view the full text for this document. Please sign in to an account with an active subscription or contact support.
Τα βρέφη εκφράζουν τη συναισθηματική δυσφορία τους γκρινιάζοντας, κλαίγοντας, σπαρταρώντας, σωπαίνοντας, κλπ., τα οποία μπορούν να θεωρηθούν μορφές επικοινωνίας που επηρεάζουν τον/την/τους φροντιστή (-ές). Ένας ανεπαίσθητος τρόπος έκφρασης που συχνά παραμένει απαρατήρητος από άτομα πλην των γονέων, είναι η αποφυγή της βλεμματικής επαφής. Προκαλεί συχνά στους γονείς συναισθήματα απόρριψης, ντροπής και απελπισίας, και μπορεί να τους οδηγήσει στην αναζήτηση ψυχοθεραπείας γονέα-βρέφους. Στην θεραπεία φαίνεται συχνά ότι το σύμπτωμα εκφράζει μια διαταραχή στη συναισθηματική αλληλεπίδραση της δυάδας. Η θεραπεία μπορεί να επιφέρει την ανακούφιση από το σύμπτωμα και την ύφεση της διαταραχής της σχέσης. Μερικές φορές ο θεραπευτής ανακαλύπτει ότι το βρέφος αποφεύγει τη δική του/της ματιά και όχι των γονιών του. Αυτό συνιστά μια πρόκληση ως προς την δεξιότητα του/της να εγκαθιστά επαφή με το βρέφος και την ικανότητά του/της να λαμβάνει και να επεξεργάζεται τις συναισθηματικές αντιδράσεις απέναντι σε ό,τι μπορεί να βιωθεί ως απόρριψη από το μωρό. Η αποφυγή της βλεμματικής επαφής οδηγεί σε θεωρητικά ερωτήματα, τα οποία έχουν γίνει αντικείμενο επεξεργασίας μιας προηγούμενης δημοσίευσης- τί είναι αυτό που αποφεύγει το παιδί στο βλέμμα του ενήλικα, και, μπορούμε να συλλάβουμε τις ψυχοδυναμικές πίσω από το σύμπτωμα; Επίσης, εγείρονται τεχνικά ζητήματα: πώς μπορεί ο/η θεραπευτής να κάνει επαφή με ένα βρέφος, το οποίο αποφεύγει τα μάτια της μητέρας του ή του/της θεραπευτή; Mε ποιον τρόπο μπορεί ο κλινικός να διερευνήσει αυτές τις συναισθηματικές αντιδράσεις, την αντιμεταβίβαση, και να κατανοήσει και να προάγει την συναισθηματική επικοινωνία της δυάδας; Παρατίθενται δύο κλινικές βινιέτες.